σεραπιάς

-άδος, η, ΝΑ, και σαραπιάς Α
νεοελλ.
γένος αγγειόσπερμων μονοκότυλων φυτών, που ανήκει στην οικογένεια ορχιδίδες τής τάξης ορχιδώδη, με 10 περίπου είδη
αρχ.
το φυτό όρχις ο άρρην, κν. σήμερα γνωστό ως σερνικοβότανο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < Σέραπις / Σάραπις «αιγυπτιακός θεός»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαραπιάς — ἡ, Α βλ. σεραπιάς …   Dictionary of Greek

  • τριόρχης — ὁ, Α 1. μτφ. αυτός που έχει τρεις όρχεις, ο λάγνος, ο ασυγκράτητος σεξουαλικά 2. ονομασία αρπακτικού πτηνού 3. ονομασία τού φυτού κενταυρίς* 4. ονομασία τού φυτού σεραπιάς*. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρι * + ὄρχις, κατά τα αρσ. σε ης (πρβλ. ἔν ορχης). Κατ… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.